Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

αλευρι ΖΕΑΣ βικιπαιδεια ολη η αληθεια

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφέρεται κυρίως σε αρχαία κείμενα ως δημητριακό, και καλλιεργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Όμως, ήδη από το 2ο αι. μ.Χ., σύμφωνα με τον Γαληνό[7], παρατηρείται σύγχυση γύρω από την ταυτότητά της, κάτι που διαπιστώνεται από αναφορές σε διάφορους συγγραφείς από την αρχαιότητα ως πρόσφατα. Έτσι στην πορεία των αιώνων, η ζεια έχει ήδη «ταυτοποιηθεί» από διάφορους συγγραφείς με τοΜονόκοκκο σιτάρι (Triticum monococcum ssp. monococcum), το δίκοκκο σιτάρι (T. turgidum ssp. dicoccum), το σιτάρι σπέλτα ή όλυρα (T. aestivum ssp. spelta), το κριθάρι (Hordeum vulgare), τη βρίζα ή σίκαλη (Secale cereale), το σόργο (Sorghum spp.), το καλαμπόκι (Zea mays L.) ή ίσως και κάτι άλλο.
Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την ζεια κυρίως για ζωοτροφή (άλογα, πουλιά κλπ.) ή δευτερευόντως για παρασκευή χόνδρου, κάτι που γίνεται σαφές από την προσεκτική μελέτη των αρχαίων κειμένων. Οι Έλληνες και Ρωμαίοι έτρωγαν ψωμί κυρίως από σιτάρι, ενώ κάποιες φορές, ιδιαίτερα οι πρώτοι Ρωμαίοι, έφτιαχναν ψωμί από όλυραζεια ή far, σύμφωνα με τον Cornish[8].

Αναφορές σε αρχαία κείμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο χρονολογικά ιστορικό κείμενο που εμφανίστηκε η ζεια, ήταν η Οδύσσεια[9], όπου ο Όμηρος την ανακατεύει με άσπρο κριθάρι και τη χρησιμοποιεί ως τροφή των αλόγων (ραψ. Δ, στ. 41, «πὰρ δ᾿ ἔβαλον ζειάς, ἀνὰ δὲ κρῖ λευκὸν ἔμιξαν»), ενώ σε άλλο στίχο φυτρώνει μαζί με το σιτάρι και το άσπρο κριθάρι στον κάμπο της Λακωνίας (ραψ. Δ, στ. 604, «πυροί τε ζειαί τε ἰδ᾿ εὐρυφυὲς κρῖ λευκόν»). Στο προγενέστερο έπος του, την Ιλιάδα[10], ο Όμηρος δεν αναφέρει πουθενά τη ζεια, αλλά αντίστοιχα για τροφή των αλόγων αναμιγνύει την όλυρα με το άσπρο κριθάρι (ραψ. Ε, στ. 196, «ἑστᾶσι κρῖ λευκὸν ἐρεπτόμενοι καὶ ὀλύρας» και ραψ. Θ, στ. 564 «ἵπποι δὲ κρῖ λευκὸν ἐρεπτόμενοι καὶ ὀλύρας»). Από τις ομοιότητες των στίχων στα δύο ομηρικά έπη, συνάγεται ότι τον 8ο αι. π.Χ., η ζεια ταυτίζεται με την όλυρακαι προορίζονταν για ζωοτροφή. Η ταυτοσημία των δύο ονομάτων είναι πιο ξεκάθαρη στο έργο «Ιστορίαι»[11] που έγραψε ο μεταγενέστερος Ηρόδοτος.
Ο Ηρόδοτος, περιγράφοντας τις παραξενιές των ανθρώπων στην αρχαία Αίγυπτο, γράφει ότι οι Αιγύπτιοι αντί για σιτάρι και κριθάρι, τρέφονται με όλυρα που κάποιοι ονομάζουν ζεια (Βιβ. ΙΙ, Ευτέρπη, κεφ. 36, «Ἀλλαχοῦ τρέφονται μέ σίτον καί κριθήν• ἀλλ' οἱ Αἰγύπτιοι θεωροῦσιν αἰσχρότατον καί ὑποβάλλωνται εἰς τοιαύτην δίαιταν, καί μεταχειρίζονται ὄλυραν, τήν ὀποίαν τινές ὀνομάζουσι ζειάν») και ότι το ψωμί τους είναι από ζεια (Βιβ. ΙΙ, Ευτέρπη, κεφ. 77, «τρέφονται μέ ἄρτους ἐκ ζειάς τούς ὀποίους ὀνομάζουσι κυλλήστεις»). Ο Λέτσας (1957) γράφει ότι τα αιγυπτιακά σιτάρια, λόγω του εδάφους όπου καλλιεργούνταν, έδιναν αλεύρι «αηδούς γεύσεως», το οποίο καθίσταντο αμμωνιακό και προκαλούσε ναυτία, αν καθυστερούσε η συγκομιδή του σιταριού.
Αντίθετα με τον Όμηρο και τον Ηρόδοτο, ο Θεόφραστος, στο έργο του «Περί Φυτών Ιστορίας» διακρίνει ξεκάθαρα τη ζεια από την όλυρα (κεφ. Θ, «ἒτι δέ ζειά, τίφη, ὀλύρα»). Γράφει για τη ζεια, ότι είναι το πιο απαιτητικό σε έδαφος από τα δημητριακά, γιατί έχει πολλές και βαθιές ρίζες και πολλά στελέχη (κεφ. Θ, «τῶν δέ ὁμοιοπύρων καί ὁμοιοκρίθων, οἷον ζειᾶς τίφης ὀλύρας βρόμου αἰγίλωπος, ἰσχυρότατον καί μάλιστα καρπιζόμενον ἡ ζειά• καί γάρ πολύρριζον καί βαθύρριζον καί πολυκάλαμον») και γι’ αυτό χρειάζεται καλό και δυνατό χωράφι (κεφ. Θ, «ἡ δέ τίφη….δι’ ὃ καί χώραν ζητεῖ λεπτήν, οὐχ ὥσπερ ἡ ζειά πίειραν καί ἀγαθήν»). Ο καρπός της είναι ευπρόσδεκτος από όλα τα ζώα (κεφ. Θ, «ὁ δέ καρπός κουφότατος καί προσφιλής πᾶσι τοῖς ζώοις») και μαζί με την τίφη είναι τα σιτηρά που μοιάζουν περισσότερο στοσιτάρι (κεφ. Θ, «ἔστι δέ δύο ταῦτα καί ὁμοιότατα τοῖς πυροῖς ἥ τε <ζειά καί ἡ τίφη>»).
Ο Πλίνιος στο έργο του «Naturalis Historia», διαχωρίζει τη ζεια από το ρωμαϊκό far και γράφει ότι οι χώρες που καλλιεργούν ζεια δεν έχουν far (Βιβ. ΧVIII, κεφ. xix, 82, «qui zea utuntur non habent far»). Διαχωρίζει επίσης, τη ζεια από την τίφη που καλλιεργούνται στην Ελλάδα (Βιβ. ΧVIII, κεφ. xx, 93, «apud Graecos est et zea, traduntque eam ac tiphen»), οι οποίες είναι ντυμένα σιτάρια. Περιγράφει μία τροφή την οποία ονομάζει alica και παρασκευάζεται από ζεια (Βιβ. ΧVIII, κεφ. xxix, 112, «Alica fit e zea»), αλλά και μία δεύτερη, υποδεέστερη που παράγεται στην Αφρική από ένα εκφυλισμένο είδος ζειας, με μεγαλύτερα και πιο μαύρα στάχυα και κοντό καλάμι (Βιβ. ΧVIII, κεφ. xxix, 115, «Alica adulterina fit maxime quidem e zea, quae in Africa degenerat. latiores eius spicae nigrioresque et brevi stipula»).
Ο Διοσκουρίδης, όπως και ο Θεόφραστος, στο πεντάτομο σύγγραμμά του «Περί Ύλης Ιατρικής», διαχωρίζει τη ζεια από την όλυρα. Την περιγράφει ως «διττή», ότι έχει δηλαδή δύο μορφές, παραπέμποντας στο μονόκοκκο (Βιβ. 2, κεφ. ρια’, «ἡ μέν γάρ ἁπλῆ») και στο δίκοκκο σιτάρι (Βιβ. 2, κεφ. ρια’, «ἡ δε δίκοκκος καλεῖται»), με κόκκο που δε διαχωρίζεται από τα λέπυρα (ντυμένο) (Βιβ. 2, κεφ. ρια’, «ἐν δυσίν ἐλύτροις ἒχουσα συνεζευγμένον τό σπέρμα»).
Ο Γαληνός, σε συμφωνία κι αυτός με το Θεόφραστο, στο έργο του «Περί τροφών δυνάμεως», στο βιβλίο Α, στο κεφάλαιο ιγ’, διακρίνει τη ζεια από τα υπόλοιπα σιτηρά και κάνει εκτεταμένη αναφορά σ’ αυτή, ανατρέχοντας βιβλιογραφικά σε προγενέστερους από τον ίδιο συγγραφείς. Αξιοσημείωτη για τον ίδιο είναι η πλήρης απουσία της ζειας από τα κείμενα του Πραξαγόρα, του Φιλοτίμου, αλλά και του Ιπποκράτη. Αναφέρει ότι ο Διοκλής, στο έργο του «Υγιεινά προς Πλείσταρχον», εξετάζει τις δυνάμεις των «σιτίων» και τα κατατάσσει γράφοντας ότι μετά το κριθάρι και το σιτάρι ακολουθούν σε «αρετές» η όλυρα, η τίφη, η ζεια, ο μέλινος, το κεχρί. Τονίζει δε, ότι σε κάποια αντίγραφα των κειμένων του Διοκλή που ακολούθησαν, η ζεια αφαιρέθηκε, ενώ η λέξη «αρετές» αντικαταστάθηκε από τη λέξη «χρήσεις». Αυτό που του κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, όπως γράφει, είναι το γεγονός ότι η όλυρα και η τίφη αναφέρονται σαν διαφορετικοί σπόροι. Επίσης αναφέρεται στο Μνησίθεο, ο οποίος έγραψε ότι κατάλληλοι σπόροι για τροφή μετά τοσιτάρι και το κριθάρι είναι η τίφη που κάποιοι ονομάζουν όλυρα και μετά η ζεια, το κεχρί και ο μέλινος. Η τίφη αποτελεί ικανοποιητική και εύπεπτη τροφή, σε αντίθεση με το ψωμί από ζεια που είναι «βαρύ και δύσπεπτον». Η ζεια βέβαια αποτελεί αναγκαστική επιλογή στους ψυχρούς τόπους, επειδή είναι φυτό ανθεκτικό στις χαμηλές θερμοκρασίες. Αναφέρεται αναλυτικά και στο «Περί Φυτών Ιστορίας» του Θεόφραστου, στο «Ιστορίαι» του Ηροδότου και στο «Περί Ύλης Ιατρικής» του Διοσκουρίδη και αναγράφει αναλυτικά τις απόψεις των συγγραφέων, όπως αυτές περιεγράφηκαν ήδη παραπάνω. Διαβάζοντας τα κείμενα του Γαληνού, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ήδη από το 2ο αι. μ.Χ. η ζεια έχει σταματήσει να καλλιεργείται στην Ελλάδα. Ο Γαληνός μελέτησε τη βιβλιογραφία που έφθασε μέχρι την εποχή, όπου η ζεια εμφανίζεται μόλις πέμπτη σε διατροφική αξία, στη σειρά των καλλιεργουμένων σιτηρών, αφήνοντας πίσω της μόνο είδη κεχριού, ενώ σε κάποια μεταγενέστερα αντίγραφα αυτών των έργων η ζεια αφαιρέθηκε.
Ζέα, για τον Ησύχιο, είναι ένα από τα τρία κλειστά λιμάνια που έχει ο Πειραιάς, ο οποίος ονομάστηκε έτσι από τη ζεια («ἐκάτε παρά Ἀθηναίοις. καί εἶς τῶν ἐν Πειραεῖ λιμένων, οὗτω καλούμενος ἀπό τοῦ καρποῦ τῆς ζειᾶς• ἔχει δέ ὁ Πειραεύς λιμένας τρεῖς κλειστούς»). Ο πατριάρχης Φώτιος στο λεξικό του, γράφει ότι η Ζέα είναι λιμάνι στην Αθήνα («λιμήν Ἀθήνησιν»), ενώ αξιοσημείωτη είναι η απουσία της ζειας από τα λήμματα. Στο λεξικό Σούδα η ζειά ορίζεται ως «είδος κριθής».
Ο Βάσσος γράφει ότι η ζεια σπέρνεται το Μάρτιο και χρησιμοποιείται είτε για παρασκευή «χόνδρου», είτε για τροφή μικρών πουλιών.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ


Δεν μπόρεσε να κρύψει το καρφί της ζήλιας η Κα Μερκελ. Όσα μας έφαγε η βαριά βιομηχανία της ,όσα μας χρωστάει από τις ναζιστικές θηριωδίες  όσα πληρώνουμε σε τόκους και προϊόντα δεν τις φτάνουν Οι Διακοπές των Ελλήνων την έσφιξαν μετέωρη  ανάμεσα στο ισχυρό της δίκιο και της αυτοκριτικής την πίκρα, σκέφτηκα να αποκριθώ κάπως έτσι.
Εμείς οι Ελληνες  Κα Μέρκελ τις <<διακοπές>> τις μάθαμε από τις σκυθρωπές ,βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης και της Δύσης.Πριν  συνεγελαστούμε με τους μελαγχολικούς λαούς ανήλιαγων χωρών,μήτε τι ειναι διακοπές γνωρίζαμε μήτε διακοποδάνεια....Δεν μαζεύαμε 11 μήνες ψυχαναγκασμούς για να τους αδειάσουμε τον δωδέκατο μεθώντας και ξερνώντας στη Μεσόγειο
Εμείς οι Ελληνες  Πριν σας γνωρίσουμε δουλεύαμε σκληρά τη μέρα μας για να χαρούμε ενα ποτήρι κρασί με 5 φίλους στο φως του φεγγαριού.Πριν ανταμώσουμε τους ρυπογόνους παραδείσους σας ,είχαμε δίκαιο ζύγι για την γιορτή και την σχόλη μας.Ολοχρονίς ξορκίζαμε με ανάπαυλες μικρές τον κάματο και της ζωής τα ΠΡΕΠΕΙ
Τον χειμωνιάτικο μόχθο τον αδειάζαμε στα διονυσιακά μας  ξεφαντώματα.
Της άνοιξης τα ασπρίσματα ,τα ξεσηκώματα, τον κόπο, τα ισοφαρίζαμε με τα μαγιάτικα στεφάνια στους αγρούς μας και τα σουβλιστά στις αυλές μας.
Του Θεριστή και του Αλωνάρη  τον καυτό ιδρώτα τον σκουπίζαμε στα πανηγύρια του χωριού με τα πλατάνια.
Του τρύγου,της ελιάς,της βαρυχειμωνιάς τον κάματο παντρεύαμε  με χορούς κυκλωτικούς τραγούδια και πειράγματα με τσίπουρο και εκλεκτά εδέσματα της γόνιμης γης μας,της νόστιμης θάλασσας.......
Εμείς οι Ελληνες,΄Κα Μερκελ δεν κολυμπούσαμε σε πισίνες με κάγκελα,τσιμέντα και χλώρια....
Κολύμπι μάθαμε σε κρούσταλλα νερά καταγάλανα...... Δύο βήματα απ'το κατώφλι του φτωχικού μας....με το δελφίνι και τον Μαυροπετρίτη να ταξιδεύουν στην θωριά μας.
Στην μικρή Θεόπνευστη χώρα μας,Κα Μέρκελ το καλοκαίρι μας ήταν πάντα μια μεγάλη φιλόξενη αγκαλιά,παυσιλυπο για τους συμπολίτες μας....
Εμεις οι 'Ελληνες ,Κα Μέρκελ,τον καιρό εκείνο της  τίμιας προκοπής ,του μικρού νοικοκυριού και της δωρικής αρχοντιάς,μια χούφτα τσακιστές ελιές δεν τις αλλάζαμε για δυο νταλίκες από τα τοξικά σας λουκάνικα.
Όλα αυτά όμως τότε .....πριν σας γνωρίσουμε τότε που η Δραχμή έπιανε τόπο και έβρισκε κουμπαρά.....
Καλά κάνετε και μας μαστιγώνετε  για την όποια χαρά μας απόμεινε γιατί το πέτρινο σπιτάκι στην πλαγιά πού ατενίζει το πέλαγος,τον ελαιώνα με τις ξερολιθιές,τον παλιό νερόμυλο με το περιβολάκι.....σας τα πουλήσαμε για ένα φτηνό εισιτήριο προς τον βάρβαρο κόσμο σας
αυτό έχει υπογραφή  Δημήτριος Λιαντίνης